νέκρα


νέκρα
[нэкра] ουσ. Θ. мертвая тишина, застой,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "νέκρα" в других словарях:

  • νέκρα — η 1. η ιδιότητα του νεκρού. 2. έλλειψη ζωής, απόλυτη ακινησία, στασιμότητα: Μεγάλη νέκρα στην αγορά. 3. απόλυτη σιγή: Τι νέκρα έχει ο τόπος τούτος! …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νεκρά — νεκρός corpse neut nom/voc/acc pl νεκρά̱ , νεκρός corpse fem nom/voc/acc dual νεκρά̱ , νεκρός corpse fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νέκρα — η 1. το γνώρισμα τού νεκρού 2. έλλειψη κάθε εκδήλωσης ζωής, στασιμότητα, μαρασμός 3. απόλυτη σιγή 4. απόλυτη ησυχία, απόλυτη γαλήνη. [ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. τού θηλ. (νεκρά) τού επιθ. νεκρός, ά, όν, με αναβιβασμό τού τόνου (πρβλ. ξερός:… …   Dictionary of Greek

  • νεκρᾷ — νεκρός corpse fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Νεκρά Θάλασσα — (αραβ. Al – Bahr, εβρ. Yam ha – Melah). Λιμναία λεκάνη (1.020 τ. χλμ.) της Παλαιστίνης, στο βαθύπεδο του Ελ Γορ. Ανήκει στην Ιορδανία, εκτός από το νοτιοδυτικό τμήμα που ανήκει στο Ισραήλ. Bρίσκεται περίπου 395 μ. κάτω από την επιφάνεια της… …   Dictionary of Greek

  • νεκρᾶι — νεκρᾷ , νεκρός corpse fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεκράν — νεκρά̱ν , νεκρός corpse fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεκράς — νεκρά̱ς , νεκρός corpse fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ισραήλ — I Επίσημη ονομασία: Κράτος του Ισραήλ Έκταση: 20.770 τ. χλμ. Πληθυσμός: 6.029.529 (2002) Πρωτεύουσα: Ιερουσαλήμ (622.091 κάτ. το 1997) *Σημ.: Η Ιερουσαλήμ ανακηρύχθηκε μονομερώς από το Ισραήλ πρωτεύουσα το 1982, στη θέση του Τελ Αβίβ, χωρίς όμως… …   Dictionary of Greek

  • νεκρός — ή, ό, θηλ. και ά (ΑΜ νεκρός, ά, όν) 1. αυτός που στερήθηκε τη ζωή, πεθαμένος («χελώνην ποὺ νεκρὰν εὑρών», Λουκιαν.) 2. αυτός που δεν έχει ζωτικότητα ή κίνηση, αδύνατος, άτονος, αδρανής (α. «να σέ σφίξω απεθυμάω, μα το χέρι είναι νεκρό», Σολωμ. β …   Dictionary of Greek